κήλη

κήλη
Ιατρικός όρος που χαρακτηρίζει την έξοδο ενός οργάνου ή τμήματός του από την κοιλότητα στην οποία φυσιολογικά περιέχεται, εξακολουθώντας όμως να καλύπτεται από τους ιστούς που φυσιολογικά το περιβάλλουν. Οι κ. που απαντώνται συχνότερα είναι εκείνες της κοιλίας· σε αυτές, τμήμα του εντέρου, του μείζονος επίπλου ή (σπανιότερα) άλλου ευκίνητου οργάνου, εξέρχονται από το κύτος της κοιλίας σχεδόν πάντα μέσα σε έναν σάκο (κηλικός σάκος), ο οποίος σχηματίζεται από το τοιχωματικό πέταλο του περιτοναίου. Οι κ. της κοιλίας διακρίνονται σε εξωτερικές και σε εσωτερικές. Στις πρώτες, τα σπλάχνα ωθούνται από την κοιλιακή κοιλότητα προς τα έξω και κάτω από το δέρμα, μέσω ενός ευενδότου σημείου του μυϊκού τοιχώματος, αντίστοιχα συνήθως προς τρήματα ή προσχηματισμένους πόρους. Στις δεύτερες, αντίθετα, τα σπλάχνα εισέρχονται σε σάκους ή πόρους σχηματισμένους από αναδιπλώσεις του περιτοναίου, παραμένοντας στο εσωτερικό της ίδιας κοιλιακής κοιλότητας ή προβάλλοντας στο εσωτερικό μιας άλλης γειτονικής κοιλότητας, για παράδειγμα, στη θωρακική κοιλότητα (διαφραγματοκήλη). Υπάρχουν διάφορες μορφές κ. Η βουβωνοκήλη συνιστά κ. που καταλαμβάνει τον βουβωνικό πόρο. Για ανατομικούς λόγους είναι συχνότερη στον άντρα, αντίθετα προς τη μηροκήλη που εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες. Η μηροκήλη, ακολουθώντας τον μηριαίο πόρο, προβάλλει στη ρίζα του μηρού (μηριαίο τρίγωνο). Μέσω του ομφαλού μπορεί να προβάλλει η ομφαλοκήλη, που συχνά είναι συγγενής. Στη διαφραγματοκήλη, τα σπλάχνα ωθούνται στη θωρακική κοιλότητα μέσω λύσης της συνεχείας ή σημείων ελαττωμένης αντοχής, συγγενών ή επίκτητων του διαφράγματος. Όταν ένα τμήμα του στομάχου ανεβαίνει στον θώρακα ακολουθώντας τον οισοφάγο, δημιουργείται η κ. του οισοφαγικού τρήματος. Σπανιότερες είναι οι εσωτερικές κ. καθώς και οι κ. άλλων θέσεων, όπως η μηνιγγοκήλη των νεογνών. Όταν τα σπλάχνα προβάλλουν εκτός της κοιλίας εξαιτίας τραυματικών ή χειρουργικών κακώσεων, γίνεται λόγος για εκσπλάχνωση, ενώ όταν ένα όργανο εξέρχεται από την κοιλότητα στην οποία περιέχεται μέσω ενός φυσικού πόρου του σώματος, χωρίς να περιβάλλεται από μαλακά μόρια, γίνεται λόγος για πρόπτωση. Τα αίτια σχηματισμού κ. περιλαμβάνουν αφενός την ιδιοσυστατική υποχωρητικότητα των ιστών και την παθολογική παραμονή της διαβατότητας ορισμένων εμβρυϊκών πόρων και αφετέρου την αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό της κοιλιακής κοιλότητας, που δρα ως εκλυτικός παράγοντας (έντονη μυϊκή προσπάθεια, δυσκοιλιότητα, βήχας κ.ά.). Σοβαρή επιπλοκή όλων των κ. είναι η περίσφιξή τους, η οποία συντελείται όταν στο εσωτερικό του οργάνου, που αποτελεί το περιεχόμενο του κηλικού σάκου, αυξηθεί η πίεση (για παράδειγμα, η συσσώρευση κοπράνων). Εξαιτίας αυτού, αντίστοιχα προς το στενότερο τμήμα του κηλικού πόρου, ασκείται πίεση στα τοιχώματα του ίδιου του σπλάχνου, με αποτέλεσμα τη διακοπή της αιματικής κυκλοφορίας, τη στάση του αίματος και κατά συνέπεια τη νέκρωση του περιεχομένου της κ. Η ρήξη του σπλάχνου που μπορεί να ακολουθήσει προκαλεί περιτονίτιδα, η οποία θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς. Η θεραπευτική αντιμετώπιση της κ. είναι κυρίως χειρουργική. κηλεπίδεσμος. Ειδικός ζωστήρας για τη συγκράτηση της κ. Αποτελείται από επιδέσμους ή ταινίες από ύφασμα, δέρμα ή μεταλλικά ελάσματα, που έχουν ειδικά μικρά προσκέφαλα (μαξιλαράκια). Οι κηλεπίδεσμοι που εφαρμόζονται στους ενήλικες απλώς συγκρατούν την κ., χωρίς να τη θεραπεύουν. Στα βρέφη, όμως, συχνά θεραπεύουν την πάθηση.
* * *
η (ΑΜ κήλη, Α αττ. τ. κάλη)
η έξοδος ενός οργάνου από την κοιλότητα στην οποία περιέχεται φυσιολογικά, εξαιτίας κυρίως τής ύπαρξης ειδικής ανατομικής προδιάθεσης, εκ γενετής ή επίκτητης
μσν.-αρχ.
οίδημα, όγκος
αρχ.
καμπούρα («καὶ οἱ βόες, ὥσπερ αἱ κάμηλοι, κάλας ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ἀκρωμίων», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κήλη πιθ. < *κᾱF-ελ- < ΙΕ ρίζα *kau (ә)lā «οίδημα, κήλη» (πρβλ. αρχ. νορβ. haull, αρχ. άνω γερμ. hōla, αρχ. σλαβ. kyla, ρωσ. kila). Ο αττ. τ. κάλη εμφανίζει δυσερμήνευτο. Πιθ. κάλη < *kặF-ελ-, με συναίρεση. Κατ' άλλους, ο τ. θεωρείται δάνειος από μη ιωνική διάλεκτο.
ΠΑΡ. αρχ. κηλήτης, κηλώ
νεοελλ.
κηλικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. κηλογράφος, κηλοποιός, κηλοτόμος. (Β' συνθετικό) βουβωνοκήλη, βρογχοκήλη, εντεροκήλη, κιρσοκήλη, σαρκοκήλη, υδροκήλη
αρχ.
εντερεπιπλοκήλη, επιπλοεντεροκήλη, επιπλοκήλη, μηροκήλη, πνευματοκήλη, πωροκήλη, σαρκοεπιπλοκήλη, στεατοκήλη, υγροκήλη, υδρεντεροκήλη, υδροκιρσοκήλη
νεοελλ.
αεροκήλη, γαλακτοκήλη, γαστροκήλη, καρδιοκήλη, κοιλοκήλη, λαπαροκήλη, νεφροκήλη, ομφαλοκήλη, ορχεοκήλη, οφθαλμοκήλη, προστατοκήλη, πρωκτοκήλη, σπερματοκήλη, σπληνοκήλη, τραχειοκήλη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κήλη — η ξίγκι, σπάσιμο: Έχει κήλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κήλη — κήλας adjutant masc voc sg κήλη tumour fem nom/voc sg (attic epic ionic) κηλέω charm pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) κηλέω charm imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κηλῇ — κηλέω charm pres subj mp 2nd sg κηλέω charm pres ind mp 2nd sg κηλέω charm pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηροκήλη — η (Α μηροκήλη) κήλη τών ενδοκοιλιακών σπλάγχνων διά μέσου τού μηριαίου δακτυλίου στον μηρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηρός + κήλη (πρβλ. κιρσο κήλη, ομφαλο κήλη)] …   Dictionary of Greek

  • κηλικός — ή, ό [κήλη] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κήλη 2. αυτός που πάσχει από κήλη …   Dictionary of Greek

  • στεατοκήλη — η, ΝΑ νεοελλ. στεάτωμα* αρχ. λιπώδης ή σμηγματώδης κήλη τού οσχέου. [ΕΤΥΜΟΛ. < στέαρ, ατος + κήλη (πρβλ. βρογχο κήλη)] …   Dictionary of Greek

  • ηπατοκήλη — η κήλη τού ήπατος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hepatocele < hepato (πρβλ. ηπατο < ήπαρ, ατος) + cele (πρβλ. κήλη)] …   Dictionary of Greek

  • καναδόκα — καναδόκα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) (στους Λάκωνες) «χείλη ὀϊστοῡ». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθανότερη θεωρείται η άποψη ότι η λ. είναι σύνθ. < κάννα «καλάμι» + δέκομαι «δέχομαι» και δηλώνει την εγκοπή τής αιχμής τού βέλους που δέχεται το στέλεχος μέσα της.… …   Dictionary of Greek

  • κηλήτης — κηλήτης, αττ. τ. καλήτης, ὁ (Α) [κήλη] αυτός που πάσχει από κήλη («καὶ ἐκάλουν ἀλλήλους οὐκ ἀπὸ τῶν ὀνομάτων, ἀλλ ἀπὸ τῶν ἀτυχημάτων, ὁ χωλός, ὁ κηλήτης, ὁ ἀριστερόχειρ, ὁ παραβλώψ», Συνέσ.) …   Dictionary of Greek

  • κηλογράφος — κηλογράφος, ον (Α) αυτός που έγραφε για θέματα που έχουν σχέση με την κήλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < κήλη + γράφος (< γράφω), πρβλ. γλωσσο γράφος, τοπο γράφος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”